Στην απώλεια της Ζωή Woolrych – York, το γένος Noel Rees αναφέρεται σε ανάρτηση του ο νομικός και πρόεδρος των RICHES κ. Χριστόδουλος Μαλλιάράκης, Αναφέρει τα εξής:
Αποχαιρετώντας τη Ζωή
Χθες το πρωί, με απόλυτη ηρεμία στον ύπνο της και πλήρης ημερών, έφυγε από κοντά μας η αγαπημένη φίλη Ζωή Woolrych – York, το γένος Noel Rees. Μια γυναίκα ξεχωριστή, που άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά της σε όσους είχαν την τύχη να τη γνωρίσουν.
Γεννημένη το 1930 στην Αλεξάνδρεια, ήταν καρπός ενός μεγάλου έρωτα αλλά και –όπως έλεγε η ίδια– ενός θαύματος. Η γέννησή της ήρθε εννέα μήνες μετά από ένα τάμα που έκαναν οι γονείς της τον Δεκαπενταύγουστο του 1929 στην Παναγία της Κρεμαστής, δωρίζοντας ένα ασημένιο καντήλι που θα κοσμούσε την Ιερά Πύλη.
Ο πατέρας της, Noel Rees, προερχόταν από πλούσια οικογένεια της Σμύρνης και αργότερα της Αλεξάνδρειας, ενώ η μητέρα της, Αλίκη Ξύδη, καταγόταν από μια επιφανή οικογένεια της αθηναϊκής κοινωνίας της Κηφισιάς.
Τα παιδικά της χρόνια τα πέρασε τα καλοκαίρια στη Ρόδο, στο σπίτι που είχε χτίσει ο πατέρας της –με ειδική άδεια από τους Ιταλούς– ως γαμήλιο δώρο στη μητέρα της. Η Villa Rees στην Ιξιά, που έμελλε να γίνει το αγαπημένο της καταφύγιο.
Στο σπίτι τους μεγάλωσε περιστοιχισμένη από σημαντικές προσωπικότητες. Ο πατέρας της, ως Πρόξενος της Μεγάλης Βρετανίας στη Σμύρνη κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και ως άνθρωπος με κοινωνικό και οικονομικό κύρος αλλά και λόγω της κοινωνικής θέσης της μητέρας της είχε στενές σχέσεις με προσωπικότητες όπως ο Σοφοκλής Βενιζέλος, ο Αντώνης Μπενάκης, ο Γιώργος Σεφέρης καθώς και οικογένειες όπως οι Δραγούμη, Μελά, Βέμπο, Καζούλη και πολλοί άλλοι.
Η ζωή της υπήρξε πολυτάραχη, γεμάτη ταξίδια, εμπειρίες και δημιουργία. Παντρεύτηκε, απέκτησε παιδιά, σπούδασε συντήρηση έργων τέχνης στη Φλωρεντία και άνοιξε γκαλερί σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Η τέχνη και ο πολιτισμός ήταν πάντα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής της. Ο πολιτισμός και η απλόχερη υποστήριξη της στις «Ανοιχτές Πόρτες» ήταν ο λόγος που έδεσε τη φιλία μας και που συνεχίστηκε μέσα στα χρόνια, γεμάτη αγάπη, εκτίμηση και σεβασμό. Στη μνήμη του πατέρα της, χρηματοδότησε ένα βιβλίο με τίτλο «Ο Άγγλος Πρόξενος», αφιερωμένο στον ρόλο του και στην επιρροή των Βρετανών στην Ελλάδα κατά τον πόλεμο.
Παρά τις διαδρομές της ανά τον κόσμο, η Ρόδος παρέμενε το σημείο αναφοράς της. Το σπίτι της στη Ρόδο, η Villa Rees, ήταν ένας τόπος συνάντησης φίλων, μια όαση ζεστασιάς και φιλοξενίας. Εκεί, με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, αγνάντευε το απέραντο γαλάζιο και μιλούσε για τη ζωή της, τους φίλους της, τις μεγάλες μορφές της πολιτικής και καλλιτεχνικής ζωής που συνάντησε, πάντα με την απλότητα και τη φινέτσα που χαρακτηρίζει τους αληθινά ευγενείς ανθρώπους.
Πριν από αρκετά χρόνια είχε δωρίσει στο Δήμο Ρόδου τη συλλογή της από γκραβούρες και χαρακτικά των νησιών του Αιγαίου.
Τελευταία έλεγε συχνά:
«Θα πάρω το βαπόρι και θα έρθω στη Ρόδο, στο σπίτι μου, κοντά στη θάλασσα».
Και όσο πλησίαζε το τέλος, μιλούσε μόνο ελληνικά – φέρνοντας σε δύσκολη θέση τους οικείους της στο Λονδίνο, που δεν μπορούσαν να την καταλάβουν.
Ένας υπέροχος άνθρωπος, ένας σπάνιος χαρακτήρας, από αυτούς που δεν συναντάς συχνά στη ζωή.
Νιώθω βαθιά ευγνωμοσύνη που τη γνώρισα.
Ας είναι αιώνια η μνήμη της.