Ειδήσεις

ΕΣΕΕ: Το τέλος του “made in Greece” στο ελληνικό λιανεμπόριο

Οι εισαγωγές από το εξωτερικό αποτελούν πλέον τη βασική πηγή προμήθειας – και μάλιστα σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό της τάξεως του 64% – των ελληνικών επιχειρήσεων λιανικού εμπορίου, γεγονός που φανερώνει ότι οι εποχές της κυριαρχίας του “made in Greece” έχουν παρέλθει. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με τη στασιμότητα του τζίρου που παρουσίασαν πέρσι σχεδόν οι μισές εμπορικές επιχειρήσεις, εν μέσω αύξησης του λειτουργικού τους κόστους, δημιουργούν προβληματισμό για την πορεία της εγχώριας επιχειρηματικότητας.

Σύμφωνα με την ετήσια έρευνα του Ινστιτούτου Εμπορίου και Υπηρεσιών (ΙΝΕΜΥ) της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (ΕΣΕΕ), παρότι η Ελλάδα –διαχρονικά- αποτελούσε τη βασική πηγή προμήθειας των επιχειρήσεων, το ποσοστό των εγχωρίως παραγόμενων προϊόντων μειώνεται σταδιακά από 72% το 2020, σε 61% το 20201, 59% το 2023 και 36% το 2024. Αντιθέτως, η προέλευση εμπορευμάτων από άλλες χώρες της ΕΕ κερδίζει συνεχώς έδαφος, με το ποσοστό πέρσι να ανέρχεται στο 35%, έναντι 22% το 2023. Το ποσοστό βαίνει τα τελευταία χρόνια συνεχώς αυξανόμενο – το 2020 ήταν στο 14%.

Σε ανοδική τροχιά κινούνται και οι εισαγωγές από τις ασιατικές αγορές και κυρίως από την Κίνα, που φτάνουν το 2024 σε ποσοστό το 21%, έναντι ποσοστού 15% το 2023, εύρημα το οποίο πιθανότατα συνδέεται, κατά την έκθεση της ΕΣΕΕ, με τη διεύρυνση των εμπορικών δικτυώσεων των επιχειρήσεων προς νέες αγορές, για την εύρεση φθηνότερων προϊόντων.

Σταθερά, στα ίδια χαμηλά επίπεδα, παραμένουν οι λοιπές χώρες της Ευρώπης (2%) ενώ φαίνεται ότι ξεκινούν και εισαγωγές εμπορευμάτων και από άλλες χώρες της Αφρικής και Μέσης Ανατολής (4%), όπου τα ποσοστά τα προηγούμενα χρόνια ήταν σχεδόν μηδενικά.

Να σημειωθεί ότι το 2020, όταν ξέσπασε η πανδημία του κορονοϊού, οι ελληνικές επιχειρήσεις στράφηκαν στην εγχώρια παραγωγή εξαιτίας των προβλημάτων στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες (off –shoring, re-shoring κλπ), ωστόσο αυτό δείχνει να ανατρέπεται από τις αυξημένες εισαγωγές. Όπως επισημάνθηκε χτες,  κατά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων της έρευνας, που πραγματοποιήθηκε σε ένα δείγμα 1.000 ελληνικών επιχειρήσεων -εξαιρουμένων των σούπερ μάρκετ, των πρατηρίων καυσίμων και των φαρμακείων- το μερίδιο της εγχώριας αγοράς ως πηγή προέλευσης εμπορευμάτων την περσινή χρονιά είναι το χαμηλότερο που έχει καταγραφεί από το 2016.

Τα παραπάνω ευρήματα κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων και παράλληλα υποδεικνύουν την ισχνή, σχεδόν “φθισική”, παραγωγική βάσης της χώρας. Καθώς οι μικρομεσαίες εμπορικές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να αυξήσουν τον κύκλο εργασιών τους, λόγω οικονομικών πιέσεων και αβεβαιότητας στην αγορά, αναζητούν το πιο φθηνό προϊόν, ενδεχομένως όχι και το καλύτερο από πλευράς ποιότητας.

Όπως δείχνουν τα στοιχεία της έρευνας, σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις (44%) στο λιανικό εμπόριο δήλωσαν στασιμότητα του κύκλου εργασιών στα περσινά επίπεδα ενώ περισσότερες από τις μισές (52%) δεν αναμένουν μεταβολή στο προσεχές μέλλον. Η διαχείριση των ανατιμήσεων, οι οικονομικές υποχρεώσεις, η έλλειψη ρευστότητας και η δυσκολία εύρεσης του κατάλληλου προσωπικού αξιολογούνται, κατά σειρά σπουδαιότητας, ως οι βασικότερες προκλήσεις των επιχειρήσεων σήμερα.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές
Σημαντικό ποσοστό των επιχειρήσεων δυσκολεύεται να αντεπεξέλθει στις οικονομικές του υποχρεώσεις, επιβαρύνεται με χρέη και αντιμετωπίζει ζητήματα ρευστότητας. Η ανάλυση των δεδομένων δείχνει ότι περίπου μια στις τρεις επιχειρήσεις έχει εκκρεμότητες προς την εφορία, το 23% παρουσιάζει οφειλές προς τα ασφαλιστικά ταμεία, ενώ το ποσοστό των επιχειρήσεων που διατηρούν ενεργό επιχειρηματικό δάνειο κυμαίνεται στο 19%.

Για το α΄ εξάμηνο του 2024 το ποσοστό των επιχειρήσεων με ληξιπρόθεσμες οφειλές αυξήθηκε κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα το 2023, και διαμορφώθηκε στο 28%, επιστρέφοντας στα επίπεδα του 2022.  Επιπλέον, το 24% των επιχειρήσεων δυσκολεύεται να εξοφλήσει τους προμηθευτές του εντός του συμφωνημένου χρονικού διαστήματος. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό που καταγράφεται για το σύνολο της περιόδου 2016-2024.

Πηγή: capital.gr
 

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου