Η παραοικονομία παραμένει, σε παγκόσμιο επίπεδο, μία κρίσιμη πρόκληση και ένα από τα πιο σύνθετα και επιζήμια φαινόμενα για τις εθνικές οικονομίες, στερώντας από αυτές δημόσια έσοδα, ενισχύοντας την ανισότητα, και υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Η παραοικονομία περιλαμβάνει το άθροισμα των εισοδημάτων που δεν εμφανίζονται : από τη φοροδιαφυγή, την αδήλωτη εργασία, τις μη καταγεγραμμένες συναλλαγές και το «μαύρο» χρήμα και, επομένως, περιορίζει τη φορολογική ικανότητα του κράτους, αδικεί τις συνεπείς επιχειρήσεις, και υπονομεύει τις κοινωνικές υπηρεσίες, όπως η υγεία, η εκπαίδευση και η πρόνοια.
Δηλαδή, η παραοικονομία περιλαμβάνει:
● τη φοροδιαφυγή
● την αδήλωτη εργασία
● τις μη καταγεγραμμένες συναλλαγές
● το «μαύρο» χρήμα
Οι παράνομες δραστηριότητες αυτές,περιορίζουν τη φορολογική ικανότητα του κράτους, αδικούν τις συνεπείς επιχειρήσεις, και υπονομεύουν τις κοινωνικές υπηρεσίες, όπως η υγεία, η εκπαίδευση και η πρόνοια.
Την πρωτιά στην παραοικονομία μεταξύ όλων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταγράφει η Ελλάδα, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Κέντρου Οικονομικής Πολιτικής Έρευνας (CEPR).
Στα συμπεράσματα αυτά καταλήγει έκθεση του Κέντρου Οικονομικής Πολιτικής Έρευνας (CEPR), η οποία αποκαλύπτει πως η παραοικονομία στην Ελλάδα αντιστοιχεί στο 36% του ΑΕΠ, ποσοστό το οποίο είναι υπερδιπλάσιο του μέσου όρου των αναπτυγμένων κρατών που είναι στο 17%, και υπερδιπλάσιο από τον μέσο όρο της Ε.Ε. που είναι στο 15%.
Παραοικονομία έχουν, σε μικρό ή σε μεγάλο βαθμό, όλες οι χώρες της ΕΕ, σύμφωνα με τον πίνακα που παραθέτουμε.
Όπως παρατηρούμε στον πίνακα, η παραοικονομία στην Ελλάδα, μεταξύ του 1999 και του 2020 αυξήθηκε κατά 4%, υπογραμμίζοντας τη χρόνια φύση του προβλήματος.
Ειδικά για την Ελλάδα, η έκθεση επισημαίνει ότι η παραοικονομία – υπογραμμίζοντας τη χρόνια φύση του προβλήματος – συνεχίζεται και σήμερα, παρά την αύξηση των ηλεκτρονικών πληρωμών και τη μείωση των μετρητών.
Όπως επισημαίνουν οι συντάκτες της έκθεσης, η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια χρόνια παθογένεια, δεδομένου ότι, όπως υποστηρίζουν, η παραοικονομία δεν είναι μόνο αριθμοί, είναι μία κρίσιμη πρόκληση, ένας καθρέφτης δυσλειτουργιών στη φορολογική κουλτούρα, στους μηχανισμούς ελέγχου και στην εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Προσθέτουν ακόμη ότι, αν η χώρα θέλει πραγματικά να αυξήσει τα έσοδά της, να ενισχύσει την κοινωνική της συνοχή και να αποκαταστήσει την ισονομία μεταξύ των πολιτών της, η καταπολέμηση της παραοικονομίας, πρέπει να γίνει πρώτη εθνική προτεραιότητα.
Η έκθεση του CEPR αναδεικνύει την ανάγκη για άμεσες και ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις στη φορολογική πολιτική και στους ελεγκτικούς μηχανισμούς, προκειμένου να περιοριστεί η παραοικονομία και να ενισχυθεί η ανάπτυξη.
.Όσον αφορά την Ελληνική οικονομία, εκτός από την παραοικονομία, η έκθεση αναφέρει ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας ανέρχεται στο 70% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τονίζει δε ότι, παρότι σημειώνεται μικρή βελτίωση σε σχέση με προηγούμενα χρόνια, η ελληνική οικονομία δεν έχει ακόμη επιστρέψει στα επίπεδα προ της κρίσης του 2008, και ότι αυτό αντανακλά τις μακροχρόνιες επιπτώσεις των μνημονίων και της συνακόλουθης οικονομικής ύφεσης, αλλά και τις διαρθρωτικές αδυναμίες που συνεχίζουν να περιορίζουν την ανάπτυξη.
Όπως αναφέρεται στην έκθεση, η κυβέρνηση συνεχίζει να λαμβάνει μέτρα για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των νοικοκυριών, ωστόσο, η πραγματική πρόκληση έγκειται στη μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση των παθογενειών που διαχρονικά επηρεάζουν την ελληνική οικονομία.
Κεντρικός στόχος της οικονομικής πολιτικής της Ελλάδας πρέπει να είναι η επιτάχυνση της αύξησης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, ώστε να συγκλίνει σταδιακά προς τα μέσα επίπεδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσα όμως σε συνθήκες δημοσιονομικής σταθερότητας, δήλωσε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας σε ομιλία του στο επίσημο δείπνο της Γενικής Συνέλευσης του Συνδέσμου Εταιρειών Συμβούλων Μάνατζμεντ Ελλάδος (ΣΕΣΜΑ).
“Για να επιτευχθεί η πραγματική σύγκλιση του ελληνικού ΑΕΠ με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, απαιτείται αύξηση της παραγωγικότητας και του δυνητικού προϊόντος, πρώτον, μέσω επενδύσεων σε παραγωγικό κεφάλαιο, νέες τεχνολογίες και καινοτόμες μεθόδους παραγωγής και, δεύτερον, μέσω μεταρρυθμίσεων. Για να αντισταθμίσουμε τον κίνδυνο των επιπτώσεων μιας επιβράδυνσης της παγκόσμιας οικονομίας, πρέπει να γίνουμε πιο παραγωγικοί και καινοτόμοι”.
Ακόμη τονίζει, ο Διοικητής της Τράπεζας, ότι η Ελλάδα χρειάζεται σημαντικές επενδύσεις για να κλείσει το επενδυτικό κενό σε σύγκριση με την Ευρωζώνη. Το επενδυτικό αυτό κενό εκτιμάται σε 6 περίπου ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ ετησίως, από τις οποίες 4,5 περίπου ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ αφορούν επενδύσεις σε παραγωγικό κεφάλαιο, και 1,5 περίπου ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ αφορούν επενδύσεις σε κατοικίες.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η παραοικονομία στην Ελλάδα αποτελεί ένα σημαντικό φαινόμενο που επηρεάζει την οικονομία, τη φορολογική πολιτική της και την κοινωνία και, επομένως, η αντιμετώπιση της αποτελεί κρίσιμη πρόκληση για την ελληνική οικονομία, απαιτώντας ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις στον τομέα της φορολογικής πολιτικής και στους ελεγκτικούς μηχανισμούς.
.