• Το αποτέλεσμα είναι ένα μέτρο που στην πρόθεση υπηρετεί την προστασία των εργαζομένων, αλλά στην εφαρμογή δημιουργεί ανισότητες
Οι μικρές και μικρομεσαίες τουριστικές επιχειρήσεις βρίσκονται μπροστά σε μία σοβαρή πρόκληση, λίγες μόλις εβδομάδες πριν την κορύφωση της τουριστικής περιόδου.
Η εφαρμογή της Ψηφιακής Κάρτας Εργασίας – ενός μέτρου που αποσκοπεί στην πάταξη της αδήλωτης εργασίας – εξελίσσεται, όπως καταγγέλλει ο πρόεδρος του ΕΚΡ κ. Παναγιώτης Εγγλέζος, στην πράξη με άνισο τρόπο, δημιουργώντας σύγχυση, αθέμιτο ανταγωνισμό και κλίμα αβεβαιότητας στον κλάδο.
Παρά το γεγονός ότι η πλήρης εφαρμογή της κάρτας τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαρτίου 2025 για τουρισμό και εστίαση, το Υπουργείο Εργασίας έχει αφήσει να εννοηθεί – χωρίς επίσημη ανακοίνωση – ότι θα υπάρξει «περίοδος ανοχής». Αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις που δεν έχουν ακόμα εφαρμόσει την κάρτα δεν υπόκεινται σε ελέγχους ή πρόστιμα, για την ώρα.
Η άτυπη αυτή «παράταση» – που κανείς δεν έχει επίσημα ανακοινώσει, αλλά όλοι αναγνωρίζουν – έρχεται σε αντίθεση με την επίσημη κυβερνητική γραμμή ότι δεν θα υπάρξει νέα μετάθεση του μέτρου. Και εδώ ξεκινά το πρόβλημα. Εκατοντάδες μικρές τουριστικές επιχειρήσεις, ιδίως σε νησιωτικές περιοχές, έχουν ήδη προσαρμοστεί, πληρώνοντας για συστήματα καταγραφής, πάροχους λογισμικού και προσλαμβάνοντας επιπλέον προσωπικό για την ορθή καταγραφή ωραρίων και υπερωριών. Πολλές εξ αυτών λειτουργούν ήδη, καθώς ανοίγουν νωρίτερα από τα μεγάλα ξενοδοχεία.
Η εφαρμογή της κάρτας εργασίας για μια μικρή επιχείρηση σημαίνει:
Μηνιαίο κόστος τουλάχιστον 200 ευρώ για λογισμικό και πάροχο.
Πρόσληψη επιπλέον προσωπικού για να τηρούνται οι ώρες εργασίας, υπερωρίες και εργασία τα Σαββατοκύριακα.
Ειδικά για τα μικρά νησιά, όπου ο ανθρώπινος πόρος είναι περιορισμένος, η πίεση είναι πολλαπλάσια.
Αντίθετα, όπως καταγγέλλει το ΕΚΡ, μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες, που δεν έχουν ακόμα ξεκινήσει τη λειτουργία τους, αποφεύγουν αυτά τα έξοδα, επωφελούμενες από την άτυπη «περίοδο προσαρμογής» που κατά πληροφορίες όπως λέει ο κ. Π. Εγγλέζος, θα φτάσει ακόμα και τους δύο μήνες. «Ουσιαστικά θα λειτουργήσουν σε ένα πιο ευνοϊκό πλαίσιο και εις βάρος των μικρών επιχειρήσεων που ήδη έχουν προσαρμοστεί, όπως τους ανάγκασε η κυβέρνηση. Το αποτέλεσμα είναι ξεκάθαρος αθέμιτος ανταγωνισμός: ενώ οι μικρομεσαίοι πληρώνουν και λειτουργούν με πλήρη συμμόρφωση, άλλοι – κυρίως μεγάλοι παίκτες – παραμένουν στο απυρόβλητο. Και όλα αυτά, χωρίς να υπάρχει επίσημη ή διαφανής ενημέρωση από το Υπουργείο», καταγγέλλει ο πρόεδρος του ΕΚΡ.
Επιχειρηματίες των μικρών νησιών κάνουν λόγο για ανεφάρμοστο μέτρο. Με το προσωπικό δυσεύρετο και το κόστος λειτουργίας ήδη υψηλό λόγω εποχικότητας, η προσθήκη της Ψηφιακής Κάρτας Εργασίας λειτουργεί σαν επιπλέον «φόρος επιβίωσης».
Η διοικητική και ψηφιακή υποστήριξη που απαιτείται για να λειτουργήσει το σύστημα δεν είναι διαθέσιμη παντού – ούτε όλοι οι επιχειρηματίες έχουν την εκπαίδευση, τον χρόνο ή το προσωπικό για να την υλοποιήσουν. Σε πολλές περιπτώσεις, η πρόσβαση σε εξειδικευμένο λογισμικό ή αξιόπιστο τεχνικό υποστήριξης είναι ανύπαρκτη ή απαιτεί έξοδα μετακίνησης και συντήρησης.
Όλο και περισσότεροι επαγγελματίες επισημαίνουν ότι το μέτρο σχεδιάστηκε με γνώμονα μεγάλες επιχειρήσεις αστικών κέντρων. Ελάχιστα ελήφθη υπόψη η πολυπλοκότητα της τουριστικής πραγματικότητας στην Ελλάδα: μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, γεωγραφικές ιδιαιτερότητες, εποχικότητα, τουριστική εξάρτηση.
Το αποτέλεσμα είναι ένα μέτρο που στην πρόθεση υπηρετεί την προστασία των εργαζομένων, αλλά στην εφαρμογή δημιουργεί κοινωνική και επιχειρηματική αδικία.
Φορείς έχουν ήδη ζητήσει από την υπουργό Εργασίας να υπάρξει επίσημη και καθολική παράταση, τουλάχιστον μέχρι το τέλος της σεζόν, με παράλληλη στήριξη των μικρών επιχειρήσεων στην προσαρμογή. Ωστόσο, προς το παρόν, δεν υπάρχει θετική απάντηση.
Είναι σαφές ότι η τεχνολογική πρόοδος και η διαφάνεια στην εργασία είναι απαραίτητες. Όμως, χωρίς σαφή πολιτική βούληση για ισοτιμία στην εφαρμογή, μέτρα σαν την Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας απλώς διευρύνουν τα χάσματα.
Για τις επιχειρήσεις της πρώτης γραμμής – αυτές που ανοίγουν, πληρώνουν και παλεύουν – η “παράταση” είναι απλώς μία ακόμη υπενθύμιση ότι στο παιχνίδι του τουρισμού, δεν ξεκινούν όλοι από την ίδια αφετηρία.